ἐρείκινος

ἐρείκ-ινος, η, ον,
A of ἐρείκη, ξύλα, φυτά, BGU731ii8(ii A.D.), PStrassb.29.11(iii A.D.): written ἐρικ-

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερείκινος — ἐρείκινος και ἐρίκινος, η, ον (Α) [ερείκη] αυτός που ανήκει στην ερείκη ή είναι κατασκευασμένος από ερείκη («ξύλα ἐρίκινα») …   Dictionary of Greek

  • ἐρεικίναις — ἐρείκινος of fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.